lady.rotame.gr
Άρθρα V1

Το Αθάνατο Νερό

Κατηγορία: Η Ιστορία της Εβδομάδας
Συντάκτης: admin Το Μαγικό Ρολόϊ
Ημερ. καταχώρησης: 27/12/06

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς πολύ γέρος, που είχε έναν πολύ πιστό υπηρέτη.  Δεν υπήρχε άλλος σαν αυτόν στον κόσμο και αιτία ήταν ένα βραχιόλι που είχε στο χέρι του και που δεν ξεκόλλαγε ποτέ, λες και είχε γίνει ένα με το δέρμα του.

Στο ένα μέρος του βραχιολιού ήταν γραμμένα αυτά τα λόγια: «Όποιος νομίζει πως μπορεί να με φοράει δεν πρέπει να έχει δόλο στην καρδιά του και στη σκέψη κακό για τον άλλον».

Στο άλλο μέρος έγραφε: «Εγώ ανήκω σ’ έναν μονάχα και αυτός είναι πιο δυνατός από δέκα ανθρώπους μαζί».

Ο βασιλιάς σε λίγο ένοιωσε πως τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του και πως το τέλος του πλησιάζει.  Κάλεσε λοιπόν τον πιστό του υπηρέτη και τον παρακάλεσε να υπηρετήσει το ίδιο καλά και το νέο βασιλιά που θα ανέβαινε στο θρόνο μετά το θάνατό του.  Ο υπηρέτης υποσχέθηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε και τότε ο γέρο βασιλιάς έκλεισε ευχαριστημένος τα μάτια του, σταύρωσε τα χέρια του και έφυγε από τη ζωή όπως και τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτόν.  Μια μέρα έφθασε στο παλάτι ένας άγνωστος, που είπε πως ερχόταν από πολύ μακριά, από εκεί που υψώνονται τα μεγάλα βουνά και μαζί του έφερνε μια ζωγραφιά καλά σκεπασμένη, έτσι   που να μην μπορεί κανένας να την δει.

Τον έφεραν μπροστά στο νέο βασιλιά και τότε μόνο ξεσκέπασε τη ζωγραφιά, για να την δει ο βασιλιάς.  Ήταν ζωγραφισμένη η μορφή μιας πριγκίπισσας, με μαύρα μάτια σαν του κόρακα τα φτερά, με κόκκινα μάγουλα σαν τα μήλα και δέρμα άσπρο σαν το χιόνι.  Ήταν τόσο φυσική που νόμιζες πως θα άνοιγε τα χείλη της να σου μιλήσει.  Ο νεαρός βασιλιάς δε χόρταινε να την κοιτάζει.  Τον είχε συνεπάρει η ομορφιά της κι ακούστηκε για μια στιγμή να ψιθυρίζει:

-                     Αλί μου, δε θα ησυχάσω ποτέ αν αυτή η πριγκίπισσα δε γίνει δική μου.

Τότε ο ξένος είπε στο νεαρό βασιλιά. 

-                     Η πριγκίπισσα που βλέπεις ζει πέρα μακριά, πιο κάτω από τους τρεις

ποταμούς.  Είχε ένα σοφό πουλί, που το λάτρευε, γιατί μάντευε και της έλεγε το κάθε τι που γινόταν στον κόσμο και που αυτή ήθελε να γνωρίζει.  Αλλά τώρα το πουλί είναι νεκρό και η πριγκίπισσα κλαίει και θρηνεί νύχτα μέρα.  Το έχει βάλει σ’ ένα γυάλινο κουτί και έχει υποσχεθεί να παντρευτεί εκείνον που θα της φέρει μια σταγόνα από το αθάνατο νερό, για να ραντίσει το πουλί και έτσι να ξαναζωντανέψει.  Αυτά είπε στο νέο βασιλιά ο ξένος και σηκώθηκε και έφυγε και κανένας δεν ήξερε για πού πηγαίνει.

      Αυτή η ιστορία είχε κάνει ανήσυχο το νέο βασιλιά.  Η σκέψη του πετούσε πιο πέρα από
τους τρεις ποταμούς, εκεί που ζούσε η πριγκίπισσα.  Έμενε άϋπνος κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο και πιο πολύ βασανιζόταν.  Ώσπου μια μέρα κάλεσε τον πιστό του υπηρέτη:

-                     Δε μπορείς εσύ να βρεις εκείνο το αθάνατο νερό;  Τον ρώτησε.

-                     Δεν ξέρω που είναι, αλλά θα προσπαθήσω να το βρω!  Απάντησε ο πιστός 

υπηρέτης, που δεν είχε ξεχάσει τι είχε υποσχεθεί στο γέρο βασιλιά που πέθανε.  Έτσι μια μέρα έφυγε από το παλάτι και άρχισε να περιπλανιέται εδώ και εκεί, περνώντας από δρόμους στενούς, όλο πέτρες και αγκάθια, τα παπούτσια του άρχισαν να λιώνουν και τα πόδια του να πονούν.  Βάδιζε, βάδιζε ώσπου έφθασε στο τέλος του κόσμου, σ’ ένα λόφο που πέρα απ’ αυτόν ήταν το χάος.  Εκεί στο λόφο βρήκε ένα μικρό ερειπωμένο καλύβι, μπήκε μέσα, είδε μια γριά να κάθεται στο παραγώνι και να γνέθει τη ρόκα της.

-                     Καλημέρα μητέρα.  Της είπε ο πιστός υπηρέτης.

-                     Καλημέρα, παιδί μου.  Γιατί ήρθες από τόσο μακριά εδώ στα πέρατα του κόσμου;

-                     Ω!  είπε ο πιστός υπηρέτης, ήρθα από τόσο μακριά για να βρω το αθάνατο νερό.

-                     Ωϊ, ωϊ, είπε η γριά, έχεις πολύ δρόμο να κάμεις ακόμη.  Η πηγή με το αθάνατο

νερό είναι σε μία χώρα, ανατολικά από τον ήλιο και δυτικά από τη σελήνη και πολλοί πήγαν εκεί, αλλά γύρισαν πολλοί λίγοι πίσω.  Εκεί είναι ένας δράκος – γίγαντας που το φυλάει και για να πάρεις λίγο από αυτό το νερό πρέπει να τον σκοτώσεις πρώτα.  Αν έχεις αποφασίσει να πας εκεί, περίμενε εδώ ώσπου να επιστρέψουν οι γιοι μου κι αυτοί θα σου πουν τι πρέπει να κάμεις.  Οι γιοι μου είναι οι τέσσερις άνεμοι και τα μέρη που δεν έχουν δει είναι πολύ λίγα.

Ο πιστός υπηρέτης ζύγωσε κοντά στη φωτιά και κάθισε να τους περιμένει.  Πρώτος που ήρθε ήταν ο Ανατολικός άνεμος, αλλά δεν ήξερε τίποτε για το αθάνατο νερό, ούτε και για τη χώρα όπου βρισκόταν.  Είχε όμως ακούσει να μιλούν γι’ αυτό.  Σε λίγο ήρθε ο Νότιος άνεμος και ο Δυτικός άνεμος, αλλά και αυτοί δεν ήξεραν τίποτε περισσότερο από τον Ανατολικό άνεμο.  Τελευταίος από όλους ήρθε ο Βοριάς που έκανε μεγάλη φασαρία και όλα έτρεμαν από το δυνατό φύσημά του.  Μόλις μπήκε μέσα τον ρώτησε η γριά:

-                     Ξέρεις γιε μου που είναι η πηγή με το αθάνατο νερό;

-                     Και βέβαια ξέρω, είπε ο Βοριάς.  Κάποτε πήγα εκεί αλλά είναι πολύ μακριά.

-                     Τότε αύριο, να πάρεις αυτόν το νέο και να το πας εκεί, τον πρόσταξε η γριά.

Ο Βοριάς στενοχωρήθηκε λίγο, αλλά για να μη χαλάσει το χατίρι της μητέρας

του είπε το ναι.  Ήτανε καλόκαρδο παλικάρι, μόνο οι τρόποι του ήτανε τραχείς και βάναυσοι.

            Την άλλη μέρα πήρε τον πιστό υπηρέτη στην πλάτη του, πέταξαν ψηλά στον ουρανό και άρχισαν να ταξιδεύουν για τη χώρα με το αθάνατο νερό.  Ύστερα από ένα ταξίδι μακρινό έφθασαν σ’ αυτή τη χώρα, και ο πιστός υπηρέτης κατέβηκε από την πλάτη του Βοριά, που ήταν πολύ κουρασμένος.

-                     Σ’ ευχαριστώ, του είπε ο πιστός υπηρέτης και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μόνος

για να βρει αυτό που ζητούσε.

-                     Στάσου, του είπε ο Βοριάς, εσύ θα θέλεις να γυρίσεις πίσω όταν πάρεις το

αθάνατο νερό.  Εγώ όμως δε μπορώ να περιμένω εδώ γιατί έχω κι άλλες δουλειές.  Πάρε λοιπόν, αυτό το φτερό και όταν με χρειασθείς πέταξε το ψηλά και εγώ θα φθάσω γρήγορα.  
            Ο Βοριάς έφυγε σαν αστραπή και ο πιστός υπηρέτης περπάτησε πολύ, ώσπου έφθασε σ’ ένα αγρό σκεπασμένο με μυτερούς βράχους και με άσπρα κόκαλα από άλλους ανθρώπους που πήγαν εκεί και έμειναν για πάντα σ’ αυτό το μέρος.  Εκεί στεκόταν ο Δράκος Γίγαντας, που ξερνούσε φλόγες από το στόμα του, βυθισμένος στον ύπνο και έτσι μπόρεσε ο πιστός υπηρέτης να κοιτάξει γύρω του.  Όχι πολύ μακριά του ήταν μια μεγάλη χαράδρα με ένα μονοπάτι που έπαιρνε ο Δράκος όταν ήθελε να πάει στο ποτάμι για να πιει νερό.  Ο πιστός υπηρέτης κατέβηκε στη χαράδρα και εκεί έσκαψε μια τρύπα, όπου και κρύφτηκε.
           Ύστερα από λίγο ο Δράκος ξύπνησε και επειδή διψούσε πήρε το μονοπάτι για να πάει στο ποτάμι.  Ο πιστός υπηρέτης ζάρωσε στην τρύπα του όπως ένας ποντικός και περίμενε.  Όταν ο Δράκος περνούσε από πάνω του, τότε ο πιστός υπηρέτης κάρφωσε το ξίφος του στην καρδιά του Δράκου κι ο Δράκος αφού στριφογύρισε δυο – τρεις φορές έπεσε στη γη νεκρός.  Ο πιστός υπηρέτης, χωρίς πια τώρα να φοβάται τίποτε ζύγωσε στην πηγή και γέμισε το παγούρι του με το αθάνατο νερό.  Μετά πέταξε το φτερό στον αέρα και ο Βοριάς έφθασε λαχανιάζοντας, τον πήρε στην πλάτη του και γύρισαν στο σπίτι του.  Ο πιστός υπηρέτης τους ευχαρίστησε όλους και αφού δεν δέχονταν τίποτε από τα όσα τους πρόσφερε έβγαλε το παγούρι του και τους ράντισε με λίγες σταγόνες από το αθάνατο νερό, γι’ αυτό όλοι του, οι Άνεμοι και η μητέρα του, διατηρούν παρ’ όλους τους αιώνες που πέρασαν από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε ο κόσμος, τη φρεσκάδα και τη νεανικότητα τους. 
            Ο πιστός υπηρέτης έφυγε και ύστερα από αρκετό καιρό έφθασε στο παλάτι.  Μόλις ο νέος βασιλιάς είδε το αθάνατο νερό διέταξε και σέλωσαν δύο από τα καλύτερα άλογα και έφυγαν μαζί με τον πιστό του υπηρέτη, για να πάνε στη χώρα, όπου ήταν λίγο πιο κάτω από τους τρεις ποταμούς και όπου ζούσε η θλιμμένη και πεντάμορφη πριγκίπισσα.  Έπειτα από λίγο έφθασαν στη χώρα και πήγαν ίσια στο παλάτι όπου έμενε η πριγκίπισσα.  Στην αρχή η πριγκίπισσα, πονεμένη όπως ήταν για το σοφό πουλί που κείτονταν νεκρό, δε θέλησε να του δεχθεί όταν όμως της είπαν πως έχουν μαζί τους το αθάνατο νερό τους καλωσόρισε χαρούμενη, όπως κανείς καλωσορίζει την άνοιξη με τα όμορφα λουλούδια της.  Ράντισαν το σοφό πουλί με μια σταγόνα από το αθάνατο νερό κι αμέσως ζωντάνεψε, σηκώθηκε ζωηρό – ζωηρό, όπως ποτέ δεν ήταν άλλοτε.  Η πριγκίπισσα έπρεπε τώρα να παντρευτεί το νεαρό βασιλιά, αλλά προτού δώσει οριστική απάντηση ρώτησε το σοφό πουλί της.  Αλλά το σοφό πουλί δεν ήταν σύμφωνο γι’ αυτό το γάμο, γιατί ήξερε πολύ καλά όπως κι εμείς ότι ο βασιλιάς δεν ήταν αυτό που βρήκε και έφερε το αθάνατο νερό.
-                     Πήγαινε και πες του, της είπε το σοφό πουλί, ότι θα τον παντρευτείς, όταν

αυτός μπορέσει και σελώσει το άγριο μαύρο άλογο που είναι πιο κάτω στο δάσος.  Εάν είναι ο ήρωας που έφερε το αθάνατο νερό, τότε θα μπορέσει να κάμει αυτό που του ζητάς με μεγάλη ευκολία.            

            Η πριγκίπισσα έκαμε όπως τη συμβούλεψε το σοφό πουλί και έτσι ο βασιλιάς έφυγε χωρίς να πάρει εκείνο που ήθελε.  Τότε πήγε στον πιστό υπηρέτη του και τον παρακάλεσε να κάμει αυτός εκείνο που του ζητούσε η πριγκίπισσα:

-           Μπορείς; Τον ρώτησε.

-           Δεν ξέρω, είπε ο πιστός υπηρέτης, αλλά θα δοκιμάσω.

            Έτσι έφυγε, έχοντας μαζί του τη σέλλα και το χαλινάρι και πήγε στο δάσος για να βρει το άγριο μαύρο άλογο.  Σε λίγο έφθασε το άγριο μαύρο άλογο στο δάσος, σαν μια αστραπή, όπως αυτή που ξεσπάει από μια θύελλα το καλοκαίρι και η γη έτρεμε κάτω από τα πέταλά του.

            Ο πιστός υπηρέτης το κυνήγησε, το άδραξε από τη χαίτη του και το μαύρο άλογο δε μπόρεσε να αντισταθεί στη δύναμή του.  Λύγισε τα γόνατά του και ο πιστός υπηρέτης του έβαλε τη σέλλα και το χαλινάρι.

-           Άκουσε, είπε ο πιστός υπηρέτης στο άγριο μαύρο άλογο, αύριο που θα σε καβαλήσει ο αφέντης μου ο βασιλιάς και θα πάτε στην πριγκίπισσα, θέλω να χτυπάς κάτω τα πόδια σου και να βογγάς σα να είχες στην πλάτη σου ένα βουνό.

            Το άλογο του υποσχέθηκε να κάμει όπως του είπε και τότε ο πιστός υπηρέτης πήδησε στη σέλλα και τράβηξαν να βρουν το νεαρό βασιλιά.  Την άλλη μέρα ο βασιλιάς καβάλα στο άγριο μαύρο άλογο τράβηξε για το παλάτι και στο δρόμο το άλογο έκανε όπως το ορμήνεψε ο πιστός υπηρέτης: έσερνε με κόπο τα πόδια του και βογγούσε κι όσοι τους έβλεπαν φώναζαν:  Κοιτάτε το μεγάλο ήρωα καβάλλα στο άγριο μαύρο άλογο.  Το ίδιο νόμιζε και η πριγκίπισσα.  Μα το σοφό πουλί είχε διαφορετική γνώμη.  Και όταν ο βασιλιάς πλησίασε την πριγκίπισσα για να της ζητήσει να τον παντρευτεί το σοφό πουλί κούνησε το κεφάλι του:  όχι, όχι! Της είπε.   Και πλησιάζοντας η πριγκίπισσα το σοφό πουλί άκουσε να της λέει ότι δεν είναι αυτός που σέλωσε το άγριος μαύρο άλογο και ότι της λέει ψέματα.

-                     Πές του, είπε το σοφό πουλί, ότι εσύ θα παντρευτείς μόνο με τον άντρα που

φοράει ένα βραχιόλι χρυσό κι από τη μια μεριά έχει γραμμένα αυτά και από την άλλη αυτά.

Η πριγκίπισσα έκαμε όπως της είπε το σοφό πουλί και ο νεαρός βασιλιάς πήγε  

στον πιστό υπηρέτη του.

-                     Πρέπει να μου δώσεις να φορέσω το βραχιόλι σου, είπε ο βασιλιάς.

-                     Αλλοίμονο, αφέντη μου, του είπε ο πιστός υπηρέτης, αυτό θα είναι θλιβερό

πράγμα για μένα, γιατί μόνο όταν μου κόψεις το χέρι, θα μπορέσεις να πάριες το βραχιόλι.

-                     Πραγματικά είναι θλιβερό, μουρμούρισε ο βασιλιάς, αλλά η πριγκίπισσα δε με

θέλει χωρίς το χρυσό βραχιόλι.

-                     Τότε θα το έχεις, είπε ο πιστός υπηρέτης, αλλά εσύ ο βασιλιάς μου πρέπει να

μου κόψεις το χέρι, γιατί εγώ δε μπορώ να το κάμω μόνος μου.

Τότε ο βασιλιάς, χωρίς καθόλου να πονέσει η καρδιά του, έκοψε το χέρι του

πιστού υπηρέτη, έβγαλε το βραχιόλι, αλλά του ήταν πολύ μεγάλο όταν το έβαλε στο χέρι του.  Το έδεσε όμως με λίγη κορδέλα και παρουσιάστηκε στην πριγκίπισσα.

Αλλά το σοφό πουλί, ήρθε κοντά, το κοίταξε το βραχιόλι και:
-                     Δεν του έρχεται εφαρμοστά όπως πρέπει, είπε στην πριγκίπισσα.

Πραγματικά, όλοι όσοι ήταν εκεί συμφώνησαν ότι έτσι ήταν, όπως είπε το

σοφό πουλί.  Και η πριγκίπισσα δήλωσε πως θα παντρευόταν εκείνον που στο χέρι του θα ταίριαζε το χρυσό βραχιόλι.

            Πώς! Πω! Τι έγινε τότε.  Ο καθένας που ήταν εκεί το δοκίμαζε, αλλά κανένας δε βρέθηκε που να του ταιριάζει.  Ο πιστός υπηρέτης καθόταν πιο πίσω από όλους και ήταν πολύ λυπημένος.  Κρατούσε το χέρι του που το είχε δέσει με ένα άσπρο πανί.

-                     Και εσύ πρέπει να το δοκιμάσεις, του είπε η πριγκίπισσα.

Αλλά ο πιστός υπηρέτης κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, γιατί δεν μπορούσε

να κάμει όπως και οι άλλοι, του έλλειπε το χέρι.  Αλλά το σοφό πουλί ήταν εκεί και γνώριζε τι του είχε συμβεί.

-                     Ίσως, είπε το σοφό πουλί, το αθάνατο νερό να θεραπεύσει το χέρι σου όπως

θεράπευσε και εμένα.  Έφεραν το αθάνατο νερό, ράντισαν μ’ αυτό το χέρι του και το κομμένο μέρος πήγε στη θέση του, όπως ήταν πρώτα.  Τότε του έδωσαν το βραχιόλι, το φόρεσε και του ταίριαζε μια χαρά.

-                     Τούτος είναι ο άντρας που θα πάρω, φώναξε η πριγκίπισσα, βέβαιη πια πως

όλα τα ανδραγαθήματα τα έκαμε αυτό.

-                     Όσο για το νεαρό βασιλιά, δεν του έμενε πια να κάνει τίποτε άλλο παρά να

φύγει γρήγορα και να γυρίσει στο παλάτι του.


Άρθρα V1
URL: http://lady.rotame.gr/modules/article/view.article.php/c20/84