Ένας ξυλοκόπος είχε ένα γιο, που δεν ήθελε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Μία μέρα έφυγε από το σπίτι του και πήγε στην πρωτεύουσα. Εκεί πήγε σχολείο, έμαθε πολλά γράμματα και ήταν ο πιο καλός μαθητής στην τάξη του. Ο πατέρας του όμως δεν έδωσε καμία σημασία και ούτε του έκανε εντύπωση η μόρφωση του γιου του, γιατί δε νοιαζόταν για τίποτε άλλο παρά μόνο για τη δουλειά του.
Κι όταν μία μέρα ο γιος είπε στον πατέρα τους:
-Μπορώ να μιλώ δεκαέξι γλώσσες, ξέρω γεωγραφία, αστρονομία και γνωρίζω την τέχνη της μαγείας όσο και ο Μεγάλος Δάσκαλός μου, τότε ο πατέρας απάντησε:
-Ναι, αλλά δεν ξέρεις να κόβεις ξύλα και να τα κάνεις δεμάτια!
Η αλήθεια είναι πως ο σπουδαστής δεν ήξερε να κόβει ξύλα και να τα κάνει δεμάτια, αλλά μέσα στης τύχης τη φωλιά είχε καλύτερα αυγά.
Καιρός λοιπόν να δοκιμάσει τις ικανότητές του και να βοηθήσει το φτωχό πατέρα του. Έτσι μια μέρα, καθώς ο πατέρας του ήρθε στο σπίτι κουρασμένος του είπε:
-Άκουσε πατέρα. Ήρθε καιρός να χρησιμοποιήσω τις γνώσεις της μαγείας, γιατί θέλω να σε βοηθήσω. Θα γίνω λοιπόν ένα ωραίο κόκκινο άλογο, με σταχτιές βούλες και θα με πας στην πολιτεία να με πουλήσεις. Πρόσεξε όμως, όταν θα με πουλήσεις θα βγάλεις το χαλινάρι και θα το πάρεις μαζί σου, γιατί αν δεν το βγάλεις θα μείνω σ’ όλη μου τη ζωή άλογο. Κι αυτό θα ήθελε ο Μεγάλος Μάγος, ο δάσκαλος μου, επειδή τα βιβλία του έχουν προείπει ότι εγώ θα τον καταστρέψω.
Ο γέρο ξυλοκόπος του το υποσχέθηκε και τότε ο νέος πήγε πίσω από το σπίτι τους και έγινε ένα ωραίο κόκκινο άλογο. Ο πατέρας του, του έβαλε το χαλινάρι, το καβάλησε και ξεκίνησε για την πολιτεία. Σε λίγο έφθασε σε μία διασταύρωση και εκεί είδε να κάθεται ένας γέρος σε άθλια κατάσταση, που δεν ήταν άλλος από τον Μεγάλο Μάγο, αλλά ο ξυλοκόπος δεν το ήξερε.
-Γεια σου άνθρωπέ μου, του φώναξε ο Μεγάλος Μάγος. Βλέπω ότι έχεις ένα ωραίο άλογο, μήπως το πουλάς;
-Και βέβαια το πουλάω, είπε ο ξυλοκόπος, Αν μου δώσεις 1000 λίρες θα είναι δικό σου, εκτός από το χαλινάρι.
Ο Μεγάλος Μάγος δέχτηκε, του έδωσε τις 1000 λίρες κι ο ξυλοκόπος τις τσέπωσε, πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει τόσα λεπτά. Ο ξυλοκόπος, έφυγε, ενώ ο Μεγάλος Μάγος, γρήγορα – γρήγορα, τράβηξε από την τσέπη του μία σέλλα, λεπτή σαν σύρμα και ελαφριά σαν μετάξι και πλησίασε το άλογο για να τη βάλει απάνω του. Τότε ξαφνικά το άλογο έγινε ένα άσπρο περιστέρι και άρχισε να πετά ψηλά και τόσο γρήγορα που ο άνεμος σφύριζε πίσω του. Ο Μεγάλος Μάγος, δεν έχασε καιρό, έγινε γεράκι και άρχισε να κυνηγά το περιστέρι. Ο γέρο ξυλοκόπος καθόταν σαστισμένος και τα κοιτούσε ψηλά στον ουρανό, αλλά ήταν ευχαριστημένος που είχε τόσα λεπτά στην τσέπη του. Πετούσαν και τα δύο πολύ γρήγορα, αλλά το γεράκι πετούσε γρηγορότερα και κόντευε να φθάσει το περιστέρι. Ευτυχώς σε λίγο φάνηκε μία ακρογιαλιά, το περιστέρι χαμήλωσε και ενώ το γεράκι ήταν έτοιμο να το αρπάξει, το περιστέρι βούτηξε στη θάλασσα και αμέσως έγινε ένα μικρό ψαράκι που άρχισε να κολυμπά γρήγορα. Σε λίγο το γεράκι βούτηξε κι αυτό στη θάλασσα και έγινε αμέσως ένα λυθρίνι, που άρχισε να κυνηγά το μικρό ψαράκι. Κολυμπούσαν πολύ ώρα, ώσπου έφθασαν κοντά στην ακροθαλασσιά. Εκεί καθόταν μία πεντάμορφη πριγκίπισσα, άσπρη και ροδοκόκκινη, και μάζευε κοχύλια, τα οποία έριχνε στο καλαθάκι της. Μόλις το μικρό ψαράκι είδε την πριγκίπισσα αμέσως έγινε ένα ωραίο δαχτυλίδι με ένα κόκκινο ρουμπίνι και πήδηξε στο καλαθάκι της πριγκίπισσας. Όταν η πριγκίπισσα αργότερα ήρθε στο σπίτι, καθώς έβγαζε τα κοχύλια από το καλαθάκι, βρήκε και το δαχτυλίδι.
-Τι ωραίο δαχτυλίδι, είπε, αλλά πως βρέθηκε εδώ μέσα; Το φόρεσε στο δάκτυλό της και της ερχόταν τόσο καλά σα να ήταν καμωμένο μόνο γι’ αυτή και για κανέναν άλλον. Όσο για το σπουδαστή του άρεσε να βρίσκεται σαν δαχτυλίδι στο δάχτυλο της πριγκίπισσας, γιατί τον είχε μαγέψει η ομορφιά της.
Όταν αργότερα η πριγκίπισσα πήγε στο ιδιαίτερο δωμάτιό της, τότε ξαφνικά, ένας ωραίος νέος, ψηλός, καλοκαμωμένος, στάθηκε μπροστά της. Σύγχρονα είχε εξαφανισθεί και το δαχτυλίδι από το χέρι της πριγκίπισσας. Η πριγκίπισσα στην αρχή τα έχασε και ήταν πολύ τρομαγμένη, αλλά ο σπουδαστής της μίλησε τόσο γλύκά και τόσο ευχάριστα, που η πριγκίπισσα όχι μόνο έπαψε να φοβάται, αλλά και έμεινε ευχαριστημένη για τη γνωριμία ενός τόσο όμορφου και έξυπνου νέου. Πέρασαν μαζί πολύ ευχάριστες στιγμές μέχρι που νύχτωσε και ο σπουδαστής έπρεπε να φύγει. Αλλά ο σπουδαστής ήξερε πως κάπου τον περιμένει ο Μεγάλος Μάγος, που είχε βαλθεί να τον εξοντώσει. Είχε πει όλη του την ιστορία στην πριγκίπισσα και επειδή είδε ότι τον συμπαθούσε, αποφάσισε να της πει τα σχέδιά του, προτού φύγει. Της είπε λοιπόν ότι ο Μεγάλος Μάγος θα ’ρθει να της ζητήσει το δαχτυλίδι, γιατί το ξέρει ότι είναι αυτός μέσα στο δαχτυλίδι, αλλά θα της δώσει ένα άλλο να φορά παρόμοιο με το πρώτο και αυτό να του δώσει. Τότε έκοψε μία μπούκλα από τα μαλλιά του, τρύπησε το μπράτσο του και με το αίμα που έτρεξε, έβρεξε τη μπούκλα, είπε κάτι μαγικά λόγια κι αμέσως έγινε ένα δαχτυλίδι που κανένας δε μπορούσε να το ξεχωρίσει από το πρώτο. Το έδωσε στην πριγκίπισσα κι αυτό έγινε αμέσως ένα ωραίο περιδέραιο από διαμάντια, που η πριγκίπισσα θαμπωμένη το έβαλε γύρω στο λαιμό της.
Τα πράγματα έγιναν όπως της τα είπε ο σπουδαστής. Ο Μεγάλος Μάγος ήρθε στο παλάτι με ένα μικρό καλάθι όπου είχε μία μαύρη κότα. Τον παρουσιάσανε στο βασιλιά και τότε ο Μεγάλος Μάγος έβγαλε την κότα από το καλάθι και την έβαλε πάνω στο τραπέζι. Είπε κάτι ακατανόητα λόγια και αμέσως η μαύρη κότα άφησε να πέσει από τον πισινό της ένα ασημένιο αυγό. Ο βασιλιάς σκέφθηκε πως θα ήτανε ευτυχής αν είχε μία τέτοια κότα και ρώτησε το Μάγο αν την πουλάει και τι ζητάει. Τότε ο Μάγος είπε πως την πουλάει και ότι για αμοιβή του θα ήθελε το δαχτυλίδι που φορά η πριγκίπισσα. Ο βασιλιάς τότε έστειλε να φωνάξουν την πριγκίπισσα και όταν ήρθε τη ρώτησε αν δίνει το δαχτυλίδι για να αγοράσουν αυτή την κότα που κάνει ασημένια αυγά. Η πριγκίπισσα δέχτηκε αμέσως να δώσει το δαχτυλίδι, το έβγαλε πρόθυμα από το δάχτυλό της και το έδωσε στο Μεγάλο Μάγο, παίρνοντας ένα ύφος αθώο, αν και ήξερε ποιος ήταν και γιατί το ήθελε. Δεν είπε όμως τίποτε το βασιλιά.
Ο Μάγος πήρε το δαχτυλίδι ευχαριστημένος και μόλις έφθασε στο σπίτι του έβαλε το δαχτυλίδι μέσα σε ένα γουδί και άρχισε με το γουδοχέρι να το κοπανά ώσπου έγινε ψηλό σαν αλεύρι. -«Αυτό είναι το τέλος του σπουδαστή», μονολόγησε. Ύστερα πήρε τα βιβλία του και άρχισε να τα διαβάζει, αλλά αμέσως κατάλαβε πως ο έξυπνος σπουδαστής τον είχε κοροϊδέψει. Εν τω μεταξύ στο παλάτι ο σπουδαστής και η πριγκίπισσα περνούσαν ευχάριστες ώρες μαζί και συζητούσαν τα μελλοντικά τους σχέδια.
«Άκου τώρα, αγαπητή μου πριγκίπισσα, της είπε σε μία στιγμή ο σπουδαστής. Ο Μάγος θα ξανάρθει σε λίγο, για να ζητήσει το περιδέραιο με τα διαμάντια. Θα του το δώσεις και αυτό, μόνο ότι δε θα είναι αυτό που φορείς, αλλά άλλο όμοιο. Ο σπουδαστής έκαμε ό,τι και την πρώτη φορά και έφτιαξε ένα άλλο το ίδιο και απαράλλαχτο σαν το πρώτο περιδέραιο και το έδωσε στην πριγκίπισσα να το κρεμάσει στο λαιμό της. Αυτός τότε έγινε ένα σκουλαρίκι μαργαριταρένιο και η πριγκίπισσα το έβαλε στο αυτί της. Σε λίγες ημέρες νάσου κι έρχεται πάλι ο Μάγος, Τώρα είχε μαζί μία πάπια, την έβαλε στο τραπέζι, είπε λόγια ακατανόητα: «Σπήκετη, λήκετη» κι αμέσως η πάπια τσίριξε «κουάκ» και πέταξε από το στόμα της ένα κομμάτι από χρυσό. Αυτό γινόταν κάθε φορά που η πάπια έλεγε «κουάκ». Ο βασιλιάς έτριβε τα μάτια, για να δει καλύτερα: ήταν αλήθεια ή ονειρευόταν; Ακολούθησαν τα συνηθισμένα παζαρέματα, ο Μάγος ζήτησε το περιδέραιο, η πριγκίπισσα του το έδωσε και όλοι έμεινα ευχαριστημένοι. Αλλά όταν πήγε σπίτι ο Μάγος και συμβουλεύτηκε ξανά τα βιβλία του, τότε κατάλαβε πως ο έξυπνος σπουδαστής τον είχε πάλι κοροϊδέψει.
Ο σπουδαστής φαινόταν μελαγχολικός την άλλη μέρα κι αυτό το παρατήρησε η πριγκίπισσα και μάλιστα τον ρώτησε τι του συμβαίνει.
-Δυστυχώς, της απάντησε, δε μπορώ να κάνω άλλες μεταμορφώσεις του εαυτού μου. Οι γνώσεις μου, είναι μέχρι εδώ. Αλλά άκουσε, ο Μάγος θα σου ζητήσει το σκουλαρίκι όταν θα ξανάρθει, να μην του το δώσεις. Βγάλτο και κτύπησέ το με όλη σου τη δύναμη στον τοίχο. Από κει και πέρα είναι ζήτημα της καλής μου μητέρας της Τύχης. Και της έχω εμπιστοσύνη. Σε λίγο ήρθε ο Μάγος για Τρίτη φορά, έφερε μία χήνα, η χήνα γεννούσε διαμάντια, ο βασιλιάς ήθελε να την αγοράσει, ο Μάγος ζήτησε το σκουλαρίκι και νάσου πάλι η πριγκίπισσα, αλλά όχι πια αυτή που ήξεραν, πρόθυμη και καλή, αλλά μία πριγκίπισσα που δεν ήθελε να αποχωρισθεί το σκουλαρίκι της, που έκλαιγε, που παρακαλούσε να της το αφήσει ο βασιλιάς. Ο βασιλιάς όμως επέμενε, και τότε η πριγκίπισσα το τράβηξε από το αυτί της και το πέταξε με όλη της τη δύναμη πάνω στον αντικρινό τοίχο, όπως την είχε συμβουλέψει ο σπουδαστής. Και τότε τι νομίζετε ότι έγινε; Το σκουλαρίκι έγινε ένα καρπούζι που μόλις κτύπησε στον τοίχο άνοιξε και οι σπόροι του πετάχτηκαν στο πάτωμα. Τότε ξαφνικά ο Μάγος έγινε ένας κόκορας και άρχισε να τρώει τους σπόρους. Γρήγορα-γρήγορα τους κατάπιε όλους και αφού κοίταξε γύρω και δεν είδε κανέναν άλλον σπόρο, ανέβηκε σε μία καρέκλα και άρχισε να κράζει, «κουκουρίκου, κουκουρίκου» και να χτυπά τις φτερούγες του. Αλλά δεν είδε καλά, γιατί σε μία χαραμάδα είχε κυλήσει ένας σπόρος και καθώς αυτός κακάριζε ο σπόρος που δεν ήταν άλλος από το σπουδαστή, μεταμορφώθηκε σε μία μεγάλη αλεπού, η οποία χύμηξε πάνω του και του έκοψε το κεφάλι. Αυτό ήταν το τέλος του Μάγου και ο σπουδαστής απαλλαγμένος πια από τους κινδύνους που διαρκώς του δημιουργούσε ο Μάγος, πήρε την πραγματική του μορφή, έπιασε την πριγκίπισσα από το χέρι, παρουσιαστήκανε στο βασιλιά και του είπαν όλη την ιστορία.
Ο βασιλιάς τους άκουσε προσεχτικά και αφού είδε πως πραγματικά αγαπιούνται, φώναξε τον πρωθυπουργό του και τους στεφάνωσε. Ακολούθησε μεγάλο γλέντι στο παλάτι κι όταν πια τελείωσε, ήρθε μία χρυσή άμαξα με έξι άσπρα άλογα, ανέβηκαν αυτός και η πριγκίπισσα πάνω και ξεκίνησαν για το σπίτι του πατέρα του. Έπειτα από αρκετές ημέρες έφθασαν στο πατρικό του σπίτι, όπου βρήκαν το γέρο πατέρα του να κόβει κούτσουρα και να τα κάνει δεμάτια, όπως πάντα. Ο γέρος όταν είδε το γιό του νόμισε πως ονειρευόταν. Τον πήραν τα δάκρυα, ενώ τον αγκάλιαζε και καθώς φιλούσε τη νύφη του την πριγκίπισσα κι έκανε το σταυρό του για να ευχαριστήσει το Θεό για την αναπάντεχη τύχη του παιδιού τους. Ύστερα, τον έβαλαν στην άμαξα και γύρισαν πίσω στο παλάτι, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του ευτυχισμένος.
Ο Μεγάλος Μάγος και ο Έξυπνος Μαθητής

Περίληψη:Τα Παραμύθια του Κόσμου
Trackback
- URL: http://lady.rotame.gr/modules/article/view.article.php/c20/65
- Trackback: http://lady.rotame.gr/modules/article/trackback.php/65
Copyright© admin & lady.rotame.gr
Όλες οι δημοσιεύσεις σε αυτές τις ιστοσελίδες εκφράζουν τις απόψεις και τη γνώμη των συντακτών τους και όχι των διαχειριστών ή των συντονιστών (εκτός των δημοσιεύσεων των ιδίων) και ως εκ τούτου δεν είναι υπεύθυνοι για αυτές.
Search - Αναζήτηση
Σήμερα: 0
Χθες: 0
Συνολικά: 70
Επισκέπτες εξωτ. : 14
Μέλη : 0
Σύνολο: 14
